Δεν πέρασαν στο σύνολο των εργαζομένων, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ
Οι μισθοί στην Ελλάδα αυξάνονται. Οι εργαζόμενοι, όμως, δεν αμείβονται όλοι καλύτερα. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που προκύπτει από τη συνδυαστική ανάγνωση των τελευταίων εκθέσεων του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η χώρα κατάφερε να ανακτήσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης που χάθηκε από το σοκ της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού, αλλά η ανάκαμψη αυτή δεν διαχύθηκε σε ολόκληρη την αγορά εργασίας. Αντιθέτως, περιορίστηκε κυρίως στους εργαζομένους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό ή πολύ κοντά σε αυτόν. Με άλλα λόγια, το εργαλείο που βοήθησε την Ελλάδα να περιορίσει τις απώλειες από τον πληθωρισμό δεν ήταν οι γενικευμένες αυξήσεις στις αμοιβές, αλλά οι συνεχείς και σημαντικές αναπροσαρμογές του κατώτατου μισθού. Οι μέσοι μισθοί, εκεί όπου βρίσκεται η μεγάλη μάζα της ελληνικής μεσαίας τάξης των μισθωτών, δεν ακολούθησαν τον ίδιο ρυθμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΟΟΣΑ αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στην εξέλιξη των κατώτατων μισθών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, στις περισσότερες χώρες-μέλη, οι κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από τους διάμεσους μισθούς από το 2021 και μετά. Το αποτέλεσμα ήταν η «συμπίεση» του κάτω μέρους της μισθολογικής κατανομής, καθώς οι χαμηλόμισθοι προστατεύθηκαν αποτελεσματικότερα από την πληθωριστική κρίση σε σχέση με τους εργαζομένους που βρίσκονται στη μέση της μισθολογικής κλίμακας. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η Ελλάδα κατάφερε να ανακτήσει σχεδόν πλήρως το σοκ του πληθωρισμού. Οι πραγματικοί μισθοί, αφού υποχώρησαν κατά περίπου 10% στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης, βρέθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2026 περίπου 5% υψηλότερα από τα επίπεδα του 2021. Πρόκειται για επίδοση καλύτερη από εκείνη 13 χωρών του ΟΟΣΑ που εξακολουθούν να μην έχουν καλύψει τις απώλειες της περιόδου του πληθωρισμού. Η ανάκαμψη αυτή, όμως, δεν ήταν ομοιόμορφη. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στις 20 από τις 30 χώρες με εθνικό κατώτατο μισθό, ο λόγος κατώτατου προς διάμεσο μισθό αυξήθηκε την περίοδο 2021-2025, καθώς οι κατώτατοι μισθοί ανήλθαν ταχύτερα από τους διάμεσους. Ο μέσος δείκτης Kaitz στις χώρες του ΟΟΣΑ αυξήθηκε από 54,9% σε 55,6%, επιβεβαιώνοντας ότι η προσαρμογή των μισθών έγινε κυρίως στο κάτω μέρος της μισθολογικής πυραμίδας.
Ας δούμε όμως τι έγινε στη χώρα μας. Η Ελλάδα υπέστη μια από τις μεγαλύτερες απώλειες πραγματικών μισθών μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, όταν η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός εκτόξευσαν το κόστος ζωής. Μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι πραγματικοί μισθοί είχαν ανακάμψει και ξεπεράσει τα επίπεδα του 2021, επίδοση καλύτερη από εκείνη πολλών άλλων χωρών του ΟΟΣΑ. Η ανάκαμψη αυτή, όμως, δεν προήλθε από μια συνολική αύξηση των αμοιβών σε όλη την αγορά εργασίας, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τις συνεχείς αναπροσαρμογές του κατώτατου μισθού.
Τα στοιχεία της «Εργάνης» αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτή τη μεταβολή. Το 2025 ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 1.362,66 ευρώ, μόλις 20 ευρώ υψηλότερα από το προηγούμενο έτος, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά 37 ευρώ, στα 1.516 ευρώ. Την ίδια στιγμή, η διαδοχική αύξηση του κατώτατου μισθού αναδιαμόρφωσε το κάτω μέρος της μισθολογικής πυραμίδας. Οι εργαζόμενοι που αμείβονταν με 800 έως 1.000 ευρώ μειώθηκαν κατά 46,2% μέσα σε ένα χρόνο, ενώ όσοι λαμβάνουν από 1.001 έως 1.500 ευρώ αυξήθηκαν κατά 54,2%. Ωστόσο, το συνολικό ποσοστό των εργαζομένων που αμείβονται από 801 έως 1.500 ευρώ παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, στο 61% του συνόλου. Με άλλα λόγια, οι αυξήσεις μετακίνησαν προς τα πάνω τη βάση της μισθολογικής κατανομής, χωρίς όμως να δημιουργήσουν μια αντίστοιχη άνοδο σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα.
H διαδοχική αύξηση του κατώτατου μισθού αναδιαμόρφωσε το κάτω μέρος της μισθολογικής πυραμίδας.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από ένα ακόμη στοιχείο της «Εργάνης»: περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζομένους εξακολουθούν να αμείβονται με λιγότερα από 1.000 ευρώ μεικτά, ενώ έξι στους δέκα λαμβάνουν αποδοχές έως 1.200 ευρώ. Πρόκειται για μια αγορά εργασίας στην οποία η μεγάλη πλειονότητα εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στα χαμηλά και μεσαία χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια.
«Το μεγάλο ζητούμενο πλέον δεν είναι να αυξάνεται μόνο ο κατώτατος μισθός, αλλά να περνούν οι αυξήσεις στους μέσους μισθούς», επισημαίνει στην «Κ» ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, σχολιάζοντας τα συμπεράσματα των εκθέσεων του ΟΟΣΑ και της ΕΚΤ. Οπως εξηγεί, η πολιτική των τελευταίων ετών πέτυχε να προστατεύσει τους χαμηλόμισθους από το σοκ του πληθωρισμού, όμως δεν αρκεί για να δημιουργήσει μια μόνιμη δυναμική αύξησης των αμοιβών σε ολόκληρη την οικονομία.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο αν ληφθεί υπόψη ότι το σημερινό μοντέλο εξαντλείται. Το 2027 θα είναι η τελευταία χρονιά κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση θα αποφασίσει για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Από το 2028 θα ενεργοποιηθεί ο νέος αυτόματος μηχανισμός καθορισμού του, χωρίς κυβερνητική απόφαση. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν θα μπορεί πλέον να στηρίζεται στο ίδιο εργαλείο για την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων. Οι μελλοντικές αυξήσεις θα πρέπει να προέλθουν από την ίδια την παραγωγική διαδικασία.
Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση δείχνει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως επισημαίνει ο κ. Καρούζος. Σύμφωνα με το τελευταίο ECB Wage Tracker, ο κύκλος των μεγάλων μισθολογικών αυξήσεων στην Ευρωζώνη ολοκληρώνεται, καθώς οι αυξήσεις που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις επιβραδύνονται και σταθεροποιούνται κοντά στο 2,6%. Η επόμενη φάση δεν θα βασιστεί σε οριζόντιες διορθώσεις, αλλά σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση και ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
ΠΗΓΗ: kathimerini.gr
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ: Ρούλα Σαλούρου



