ΙΟΒΕ: Σχεδόν μηδενικές οι πραγματικές αυξήσεις μισθών – Ο πληθωρισμός «έφαγε» το 17,3% από το 18,1% της 4ετίας

0
24

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Μόλις 0,68% αυξήθηκε η αγοραστική δύναμη των μισθωτών από το τέλος του 2021 έως το τέλος του 2025 – Στο 0,21% περιορίστηκε η πραγματική αύξηση των αποδοχών το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παρά την άνοδο των ονομαστικών μισθών κατά 4,4%.

Σχεδόν στο σύνολό τους εξανεμίστηκαν από τον πληθωρισμό οι αυξήσεις των μισθών την τελευταία τετραετία, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων να παραμένει ουσιαστικά στάσιμη, παρά τη σημαντική άνοδο των ονομαστικών αποδοχών και τη συνεχή αποκλιμάκωση της ανεργίας.

Τα στοιχεία της νέας τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία είναι αποκαλυπτικά: από το τέλος του 2021 έως το τέλος του 2025 οι ονομαστικοί μισθοί ανά μισθωτό αυξήθηκαν κατά 18,1%, ωστόσο οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 17,3%, περιορίζοντας την πραγματική αύξηση των αποδοχών σε μόλις 0,68%.

Η εικόνα δεν αλλάζει ουσιαστικά ούτε το 2026. Το δεύτερο τρίμηνο του έτους οι ονομαστικές αμοιβές ανά μισθωτό αυξήθηκαν κατά 4,4% σε ετήσια βάση, όμως ο πληθωρισμός, όπως αποτυπώνεται στον αποπληθωριστή της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, έφτασε το 4,2%. Έτσι, η πραγματική αύξηση περιορίστηκε στο 0,21%, επιβεβαιώνοντας ότι οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να βλέπουν το μεγαλύτερο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων να απορροφάται από την ακρίβεια.

Μάλιστα, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, οι πραγματικές αποδοχές έχουν μεταβληθεί ελάχιστα από τα μέσα του 2024, γεγονός που σημαίνει ότι η ανάκαμψη των μισθών, μετά τις μεγάλες απώλειες της πληθωριστικής κρίσης, έχει ουσιαστικά σταματήσει.

Πώς εξανεμίστηκαν οι αυξήσεις των μισθών

Ειδικότερα και σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, το 2022, όταν ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε, οι ονομαστικές αποδοχές αυξήθηκαν κατά 5%, αλλά οι τιμές κατά 8,3%. Έτσι, οι πραγματικοί μισθοί βρέθηκαν 3% χαμηλότερα από τα επίπεδα του τέλους του 2021. Οι πραγματικοί μισθοί, δηλαδή, μειώθηκαν.

Η κατάσταση βελτιώθηκε το 2023, χωρίς ωστόσο να ανακτηθούν οι απώλειες. Οι σωρευτικές αυξήσεις των ονομαστικών μισθών έφτασαν το 10,3%, έναντι αύξησης των τιμών κατά 11,9%, με αποτέλεσμα οι πραγματικές αποδοχές να εξακολουθούν να υπολείπονται κατά 1,4% του επιπέδου αναφοράς.

Το 2024 καταγράφηκε η πρώτη ουσιαστική αναπλήρωση των απωλειών, καθώς οι ονομαστικοί μισθοί είχαν αυξηθεί σωρευτικά κατά 15,7% και οι τιμές κατά 14,6%. Η πραγματική αύξηση των αποδοχών έφτασε έτσι το 0,94%.

Ωστόσο, το 2025 η εικόνα επιδεινώθηκε εκ νέου. Παρά την περαιτέρω αύξηση των ονομαστικών μισθών, η πραγματική βελτίωση περιορίστηκε στο 0,68%.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι πραγματικές αποδοχές είχαν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδό τους το δεύτερο τρίμηνο του 2023, όταν βρίσκονταν 3,7% κάτω από τα επίπεδα του 2021. Οι απώλειες αυτές ανακτήθηκαν στις αρχές του 2024, χωρίς όμως να ακολουθήσει κάποια σημαντική περαιτέρω αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Στάσιμοι οι πραγματικοί μισθοί

Η στασιμότητα γίνεται ακόμη πιο εμφανής από την εξέλιξη της πραγματικής μηνιαίας αμοιβής ανά μισθωτό.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΙΟΒΕ, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η πραγματική αμοιβή διαμορφώθηκε στα 1.649 ευρώ τον μήνα, σε σταθερές τιμές 2021, χωρίς να ξεπερνά το επίπεδο που είχε καταγραφεί στο τέλος του 2024.

Σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2021, η αύξηση περιορίζεται στο 1,3%, ενώ σε ετήσια βάση η μεταβολή είναι μόλις 0,21%.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα, καθώς καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν μεσολαβήσει διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, ενίσχυση της απασχόλησης και σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας.

Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η πραγματική αμοιβή ανά μισθωτό δεν εμφανίζει αντίστοιχη δυναμική.

Περισσότερες θέσεις εργασίας

Η εικόνα των μισθών έρχεται σε αντίθεση με τη συνεχιζόμενη βελτίωση των βασικών δεικτών της αγοράς εργασίας.

Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η απασχόληση αυξήθηκε κατά 29.500 άτομα, φτάνοντας τα 4,41 εκατομμύρια, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 7,9%, από 8,6% έναν χρόνο νωρίτερα.

Ωστόσο, ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιβραδύνθηκε για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο, ενώ εξακολουθούν να καταγράφονται σημαντικές αδυναμίες στην ποιότητα της εργασίας.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 33,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει πως θα επιθυμούσε να εργαστεί περισσότερες ώρες και είναι διαθέσιμο να το κάνει.

Το ποσοστό είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο της Ευρωζώνης, που διαμορφώνεται στο 14,3%, αποτυπώνοντας μια ακόμη πλευρά των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά εργασίας.

Επομένως, παρά τη μείωση της ανεργίας, η αύξηση της απασχόλησης δεν έχει συνοδευτεί από ανάλογη ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών ανά εργαζόμενο.

Τι δείχνει η σύγκριση με την Ευρωζώνη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία του ΙΟΒΕ για τη σχέση μεταξύ μισθών, παραγωγικότητας και κόστους εργασίας.

Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι ονομαστικές αμοιβές ανά μισθωτό στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,4%, έναντι 3,3% στην Ευρωζώνη.

Την ίδια περίοδο, όμως, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 1,7% στην Ελλάδα, έναντι 0,74% στην Ευρωζώνη.

Έτσι, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά 2,7% στην Ελλάδα, έναντι 2,6% στην Ευρωζώνη.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Από το τέταρτο τρίμηνο του 2021, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει αυξηθεί κατά 12,3% στην Ελλάδα, έναντι 19,7% στην Ευρωζώνη.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις αυξήσεις των ονομαστικών μισθών, η εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα υπήρξε πιο συγκρατημένη σε σχέση με την Ευρωζώνη κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πιέσεις στο κόστος των επιχειρήσεων. Δείχνει, ωστόσο, ότι η συζήτηση για τις μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την πορεία της παραγωγικότητας, η οποία επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα διατηρήσιμης αύξησης των αποδοχών.

Το στοίχημα της αγοραστικής δύναμης

Η τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ αναδεικνύει έτσι μια βασική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας: ενώ η ανάπτυξη συνεχίζεται και η ανεργία υποχωρεί, η πραγματική αμοιβή ανά εργαζόμενο παραμένει καθηλωμένη στα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών.

Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η αναπλήρωση των απωλειών της πληθωριστικής κρίσης του 2022. Είναι ότι, ακόμη και μετά την ανάκτησή τους, οι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν ουσιαστική ανοδική δυναμική.

Με τον πληθωρισμό να εξακολουθεί να απορροφά σχεδόν το σύνολο των ονομαστικών αυξήσεων, η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά ζητήματα για την ελληνική οικονομία.

Και τα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι η απόσταση ανάμεσα στις αυξήσεις που καταγράφονται στους μισθούς και σε εκείνες που τελικά αισθάνονται οι εργαζόμενοι στην καθημερινότητά τους παραμένει μεγάλη.