ΑΠΟΛΥΣΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ

ΑΠΟΛΥΣΗ ΛΟΓΩ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΒΙΑΣ
September 11, 2018
ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ
September 11, 2018
Share

Στο νόμο 1264/1982, ο οποίος ρυθμίζει τα σχετικά με τη συνδικαλιστική ελευθερία και την ειδικότερη συνδικαλιστική δράση και δραστηριότητα,

όπως αυτή εξωτερικεύεται εντός και εκτός εργοδοτικής επιχείρησης, αναφέρεται στο άρθρο 14 ότι «1. Τα όργανα του Κράτους έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης άσκησης του δικαιώματος για την ίδρυση και αυτόνομη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων… 4. Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση… 10. Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων, που προστατεύονται σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο αυτό, επιτρέπεται μόνον: α) Όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας με τον εργοδότη ο εργαζόμενος τον εξαπάτησε παρουσιάζοντας ψεύτικα πιστοποιητικά ή βιβλιάρια για να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή. β) Όταν ο εργαζόμενος απεκάλυψε βιομηχανικά ή εμπορικά μυστικά ή ζήτησε ή δέχτηκε αθέμιτα πλεονεκτήματα, κυρίως προμήθειες από τρίτους. γ) Όταν ο εργαζόμενος προκάλεσε σωματικές βλάβες ή εξύβρισε σοβαρά ή απείλησε τον εργοδότη ή τον εκπρόσωπό του. δ) Όταν ο εργαζόμενος επίμονα και αδικαιολόγητα αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία για την οποία έχει προσληφθεί. ε) Όταν ο εργαζόμενος δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην εργασία του για περισσότερο από 7 ημέρες διάστημα».

Κατόπιν σωρείας αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων επί του υπό κρίση ζητήματος, αποσαφηνίστηκε η έννοια της ιδιαίτερης προστασίας και του προνομιακού καθεστώτος που δημιουργείται εξ αυτής. Γίνεται έτσι δεκτό ότι αυτός που ασκεί συνδικαλιστική δράση δεν μεθίσταται κατ’ αρχήν σε προνομιακή κατάσταση, αφού η απόλυσή του είναι δυνατή, όπως και των άλλων, αλλά η θέση του είναι πιο ευνοϊκή, ιδίως κατά τις απολύσεις για ατομικούς λόγους, γιατί η άσκηση συνδικαλιστικής δράσης φαίνεται να εξασθενίζει τη βαρύτητα των άλλων λόγων, ιδίως όταν αυτοί είναι ασθενείς.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παράγραφο 10 του ως άνω άρθρου, η απαγόρευση απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους μπορεί να αρθεί όταν συντρέχουν οι υπό α’ έως ε’ περιπτώσεις. Δικαιολογητική βάση της άποψης αυτής, φαίνεται να προκύπτει από τον ίδιο το σκοπό αυτού του προστατευτικού πλέγματος, ήτοι να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση των σχέσεών του με αυτόν.

Ζήτημα επομένως ανακύπτει στις περιπτώσεις εκείνες που η συμπεριφορά του εν λόγω εργαζόμενου εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, εκείνης δηλαδή που συνέχεται με την προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων. Τότε ο εξαναγκασμός του εργοδότη να ανέχεται την παροχή εργασίας από εργαζόμενο που εκδηλώνει αντίστοιχη συμπεριφορά, φαίνεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Ο ν. 1264/1982, αναφερόμενος ανωτέρω, αναγνωρίζει ορισμένους λόγους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των συνδικαλιστικών στελεχών, τα οποία και αποτελούν ποινικά αδικήματα. Όμως η συμπεριφορά συνδικαλιστικού στελέχους, ακόμη κι όταν δε συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι δυνατό να παραβιάζει θεμελιώδεις υποχρεώσεις του από τη σχέση εργασίας ή να έχει καταστήσει με κακόβουλες πράξεις ή παραλείψεις αδύνατη ή να έχει θέση σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης. Έτσι, κατά την πάγια άποψη της θεωρίας και της νομολογίας, αν το προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος διαπράξει σοβαρή αξιόποινη πράξη ή βαρύνεται με κακόβουλες πράξεις ή παραλείψεις -όχι απαραίτητα αξιόποινες-, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα και καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της σχέσης εργασίας του, τότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του συνδικαλιστικού στελέχους που πραγματοποιείται χωρίς να τύχει εφαρμογής η ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών είναι έγκυρη. Και αυτό γιατί η τυχόν επίκληση της ειδικής προστασίας των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982 από το συνδικαλιστικό στέλεχος υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική.

Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής, όταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκδηλώθηκε κακόβουλη συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους, εξαιτίας της οποίας να κλονίστηκε κατ’ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των μερών με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας στο μέλλον.

Έτσι, έχει κριθεί καταχρηστική η επίκληση της ειδικής προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών και η αξίωση αποδοχών υπερημερίας, όταν η συμπεριφορά του συνδικαλιστή εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος εις βάρος του εργοδότη ή μέχρι του σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων της σύμβασης εργασίας του, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται.

Εξάλλου, όπως νομολογιακώς έχει κριθεί, η διαπίστωση ότι συντρέχει τέτοια αθέμιτη συμπεριφορά, ώστε να καθίσταται καταχρηστική η επίκληση της ειδικής προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών, δεν ανήκει στην Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, αλλά στα πολιτικά Δικαστήρια. Η Επιτροπή αποφαίνεται μόνο για το ζήτημα, αν συντρέχει κάποιος από τους σπουδαίους λόγους καταγγελίας που απαριθμεί το αρ. 14 παρ. 10 ν. 1264/1982.