ΑΠΟΛΥΣΗ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ
September 11, 2018
ΑΠΟΛΥΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗΣ ΕΓΚΥΟΥ / ΛΕΧΩΝΑΣ
September 11, 2018
Share

Η οικονομική συγκυρία, όπως έχει διαμορφωθεί και εξακολουθεί να διαμορφώνεται διερχόμενη από συνθήκες κρίσιμες,

οι οποίες εξαπλώθηκαν ραγδαία σε ολόκληρο τον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη, χωρίς να αφήσει ανεπηρέαστη την οικονομική κατάσταση σε καμία χώρα, καθιστά απαραίτητη την διερεύνηση και μελέτη του δικαιοπολιτικού συστήματος εντός των πλαισίων που διαγράφονται από αυτήν, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή η επίδραση των παραμέτρων αυτών στο σύστημα των κανόνων του εργατικού δικαίου και συγκεκριμένα, στο δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Ειδικότερα, ο θεσμός της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά του εργοδότη για λόγους που αφορούν στην επιχείρησή του, ήτοι «οικονομοτεχνικούς», δεν είναι άγνωστος για το ελληνικό δίκαιο της καταγγελίας, και επομένως, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ενδεχόμενη διαμόρφωσή του μετά την πρόσφατη συγκυρία. Επιπλέον, ήδη, βασική επιρροή στο υπό κρίση ζήτημα ασκεί η νομολογία των δικαστηρίων μας, δεδομένου ότι σε αυτά κατανέμεται το βάρος της αποσαφήνισης και του προσδιορισμού της αόριστης έννοιας «οικονομοτεχνικοί λόγοι», καθώς και του ελέγχου περί ενδεχόμενης παρανομίας ή καταχρηστικότητας κατά την ενάσκηση του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη.

Κατ’ αρχήν, όταν γίνεται λόγος για οικονομοτεχνικούς λόγους, γίνεται αναφορά σε όλες εκείνες τις παραμέτρους που αφορούν στις αποφάσεις που συνθέτουν την επιχειρηματική πολιτική, όπως είναι η μείωση των εργασιών της επιχείρησης, η αναδιοργάνωσή της στο σύνολο ή σε ορισμένα τμήματά της, η ανανέωση του τεχνικού της εξοπλισμού ή των μεθόδων εργασίας της. Προφανής λοιπόν καθίσταται ο δεσμός μεταξύ της επιχειρηματικής πολιτικής και της εργασίας (απασχόλησης), ως μέσω επίτευξης του σκοπού στον οποίο κατατείνει η πρώτη εκ των δύο. Αναμφισβήτητο είναι βέβαια, ότι, προκειμένου για την επίτευξη των σκοπών αυτών αναπόφευκτες είναι οι απολύσεις που οφείλονται σε τέτοιους λόγους, πολλώ μάλλον όταν τα πάντα κινούνται στους ρυθμούς της ελεύθερης οικονομίας. Αλλά οι αποφάσεις που συντείνουν σε τέτοιου είδους ενέργειες, είναι αποφάσεις που ανήκουν στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη, δεδομένου ότι είναι ο μόνος υπεύθυνος να κρίνει πότε και ποια μέτρα θα ληφθούν και ποια θα είναι η πορεία της επιχείρησης και γενικώς ποιες είναι οι συμφέρουσες οικονομοτεχνικές αποφάσεις. Ζήτημα λοιπόν προκύπτει από το κατά πόσο χωρεί έλεγχος των δικαστηρίων στην ελεύθερη αυτή εργοδοτική κρίση, έτσι ώστε να καταστεί μια καταγγελία αυτού του  είδους άκυρη ή όχι.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον δικαστικό έλεγχο επί υποθέσεων απολύσεων για οικονομοτεχνικούς λόγους, αυτός πραγματοποιείται σε δύο στάδια: στο πρώτο εξ αυτών, ελέγχεται αν πράγματι συντρέχουν οι οικονομικοί, τεχνικοί ή οργανωτικοί λόγοι που επικαλείται ο εργοδότης και ποια είναι η επίδραση που ασκούν οι λόγοι αυτοί στις θέσεις εργασίας, αν δηλαδή εξ αιτίας τους εκλείπει πλέον η ανάγκη απασχόλησης ενός ή περισσοτέρων εργαζομένων. Εξετάζεται επομένως η αλήθεια της σχέσης του λόγου καταγγελίας και της απόλυσης του συγκεκριμένου εργαζομένου, οπότε αν το δικαστήριο αποφανθεί ότι η απόλυση είναι καταχρηστική, τότε η επίκληση του συγκεκριμένου λόγου γίνεται προσχηματικά και οφείλεται σε άλλους λόγους (π.χ. προσωπικούς κλπ.). Στο δεύτερο στάδιο ο έλεγχος σχετίζεται με την ορθή επιλογή του εργαζόμενου ή των εργαζομένων, η οποία (επιλογή) για να θεωρηθεί ορθή πρέπει να γίνει με αντικειμενικά κριτήρια και όχι κατά τρόπο αυθαίρετο έτσι ώστε η επιλογή να θεωρείται και «κοινωνικά αποδεκτή», εφόσον λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που άπτονται της υπηρεσιακής κατάστασης του μισθωτού, όπως είναι η απόδοση και η αρχαιότητα καθώς και στην οικονομικοκοινωνική κατάστασή του, όπως είναι η οικογενειακή και η υπηρεσιακή του κατάσταση. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτού του είδους ο έλεγχος γίνεται από τα δικαστήρια σε κάθε περίπτωση καταγγελίας και όχι μόνο στο υπό κρίση είδος.

Συγκεκριμένα, λοιπόν, για το πρώτο στάδιο προσδιορισμού της έννοιας των οικονομοτεχνικών λόγων, καθίσταται προφανές ότι το δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει τον ακριβή σκοπό που επιδιώκει ο εργοδότης με την καταγγελία, ούτως ώστε να διερευνηθεί η ύπαρξη ηπιότερων και εξίσου πρόσφορων μέσων προς το σκοπό αυτό. Συνεπώς και στις περιπτώσεις αυτές επιτακτική φαίνεται η ανάγκη ελέγχου με βάση την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ μέσου και σκοπού. Άλλωστε, ο σκοπός της καταγγελίας για οικονομοτεχνικούς λόγους είναι η προσαρμογή του μεγέθους του προσωπικού στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης, οι οποίες προφανώς και μεταβάλλονται διαρκώς, καθώς εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες εξωεπιχειρησιακούς και ενδοεπιχειρησιακούς.

Ειδικά για τους πρώτους, ήτοι λόγους που δεν αναφέρονται στις εσωτερικές αποφάσεις του επιχειρηματία-εργοδότη, αλλά σε παράγοντες εξωτερικούς, όπως εν προκειμένω μπορεί να θεωρηθεί η γενικευμένη οικονομική κρίση που βάλλει όλες τις επιχειρήσεις, λόγω της μεταξύ τους  αλληλεπίδρασης που παρατηρείται στη συναλλακτική ζωή, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να λάβει συγκεκριμένα μέτρα οργανωτικού ή τεχνικού χαρακτήρα, για την αντιμετώπιση αυτών, οπότε και κατά το μάλλον ή ήττον μπορεί να προσφύγει σε απολύσεις. Ωστόσο, η άποψη αυτή δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ορθή, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, μόνο έμμεση μπορεί να είναι η επίδραση της οικονομικής κρίσης, καθώς πάντοτε, ανάμεσα στην απόλυση και το σκοπό που αυτή καλείται να επιτελέσει, μεσολαβεί η απόφαση του εργοδότη, η οποία τροποποιούμενη ενδεχομένως θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταγγελία.

Ακριβώς αυτό προκύπτει και από τη γενική αρχή της ultima ratio που διέπει το σύνολο των κανόνων που συνθέτουν το δίκαιο της καταγγελίας, την οποία ακολουθούν με πάγια νομολογία τους και τα ελληνικά δικαστήρια, και σύμφωνα με την οποία, η απόλυση είναι το «έσχατο μέσο» για την ικανοποίηση των εργοδοτικών συμφερόντων και η προσφυγή σ’αυτήν είναι νόμιμη μόνο αν ο εργοδότης δεν έχει στη διάθεσή του ηπιότερες εναλλακτικές λύσεις. Ο περιορισμός αυτός θεμελιώνεται στην αρχή της καλής πίστης, η οποία στην εν λόγω περίπτωση, υποχρεώνει τον εργοδότη, σύμφωνα με τη νομολογία, να λαμβάνει υπόψη του τα δικαιολογημένα συμφέροντα που συνδέει ο εργαζόμενος με τη θέση του και να αποφεύγει την αδικαιολόγητη προσβολή τους, ιδίως όταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, μπορεί να επιλέξει μεταξύ άλλων μέσων λιγότερο βλαπτικών για τον εργαζόμενο. Στο σημείο αυτό, κρίσιμο είναι και το γεγονός ότι το ίδιο το Σύνταγμα στα πλαίσια της επαγγελματικής ελευθερίας, κατοχυρώνει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22 παρ.1 Σ), πράγμα που συνεπάγεται την υποχρέωση του Κράτους να δημιουργεί συνθήκες απασχόλησης στις οποίες καθένας έχει πρόσβαση, ενώ ταυτόχρονα το ειδικό βάρος μεταπίπτει στην θέση εργασίας, η οποία φαίνεται να προστατεύεται εξίσου. Μάλιστα, μέσα στην συγκεκριμένη αυτή συγκυρία, η προστασία της θέσης εργασίας παρουσιάζεται πιο επίκαιρη από ποτέ, δεδομένου ότι ο κίνδυνος της προσφυγής από μέρους των εργοδοτριών επιχειρήσεων σε αλλεπάλληλες καταγγελίες συμβάσεων εργασίας «δήθεν» για οικονομοτεχνικούς λόγους ελλοχεύει και εφιστά την προσοχή των δικαστηρίων. Πιο συγκεκριμένα, το Κράτος μέσω του νομοθέτη και φυσικά του δικαστή που εφαρμόζει το νόμο, οφείλει να προστατεύσει «τη δικαιολογημένη προσδοκία του εργαζόμενου, που έχει δεσμεύσει την εργασιακή του δύναμη υπέρ του εργοδότη για χρόνο αόριστο, ότι δε θα στερηθεί, χωρίς να συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, τη θέση εργασίας του».

Βέβαια, όλα τα παραπάνω ισχύουν όπως εκτίθενται, ωστόσο, δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναγωγή των ζητημάτων αυτών σε επίπεδο συνταγματικών ελευθεριών, δεδομένου ότι το όλο ζήτημα συνιστά σύγκρουση δικαιωμάτων, και μάλιστα, πιο συγκεκριμένα, σε αντίθεση έρχονται το δικαίωμα εργασίας από τη μια μεριά με την αντίστοιχη επαγγελματική ελευθερία και από την άλλη πλευρά, οι ειδικότερες ελευθερίες που απορρέουν από το γενικό δικαίωμα του άρθρου 5 παραγρ. 1 Σ, ήτοι η ελευθερία των συμβάσεων και η ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Συνεπώς, πρέπει να γίνει «στάθμιση» μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης αντίρροπων συμφερόντων, έτσι ώστε να επέλθουν αμοιβαίοι περιορισμοί σε καθένα από τα δικαιώματα αυτά εντός πάντοτε του επιτρεπτού πλαισίου που τίθεται πρώτον από το σύνταγμα και έπειτα από το νόμο. Χαρακτηριστικές, βέβαια, είναι και οι αποφάσεις της νομολογίας στo εν λόγω ζήτημα, από τις οποίες προκύπτει ότι τα δικαστήρια σπανίως αναγνωρίζουν αντισυνταγματικότητα των περιορισμών που υφίσταται η επιχειρηματική ελευθερία κυρίως για λόγους γενικού συμφέροντος χάριν της εθνικής οικονομίας.

Πάντως ενδιαφέρον θα έχει η εξέλιξη της νομολογιακής πρακτικής εν όψει μιας ιδιαίτερα εκτεταμένης κρίσης όπως αυτή της περιόδου που διανύουμε, δεδομένου ότι τέτοιες συνθήκες δεν έχουν παρουσιαστεί πρόσφατα, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να εκφέρει κρίσεις αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας σε συνθήκες που προσιδιάζουν σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.  Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό και η δήλωση-προτροπή του Γενικού Διευθυντή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), η οποία δημοσιεύτηκε στον αμερικανικό τύπο και στο διαδίκτυο, και από μέρους της ΔΟΕ και του ερευνητικού έργου που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της, περιγράφει την παγκόσμια κρίση ως μια κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπιστεί συντονισμένα και άμεσα, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι βαρύτατες συνέπειές της, κυρίως στα στρώματα των εργαζομένων, και προτείνει να διασφαλιστεί η παροχή πιστώσεων σε παραγωγικές επιχειρήσεις ιδίως μικρότερου μεγέθους, έτσι ώστε να μην ακολουθήσουν απολύσεις ή περικοπές μισθών, μέσω ενός «πλαφόν» που θα μπορούσε να καθοριστεί, ώστε να ικανοποιούνται κατά το δυνατό τα συμφέροντα όλων των πλευρών. Μάλιστα ο εκπρόσωπος της ΔΟΕ κάνει λόγο για σωστές και διαφανείς επενδυτικές πολιτικές με γνώμονα το συμφέρον των εργαζόμενων πάνω στους οποίους βασίζεται ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής στάθμης μιας χώρας και ολοκληρώνει λέγοντας ότι, το κομμάτι της εργασίας βρίσκεται σε κρίση εδώ και αρκετό καιρό, δεδομένης της απορρυθμιστικής του δικαίου τάσης, οπότε πρέπει να δοθούν στέρεες λύσεις στα ζητήματα των εργαζομένων, ως μέρους του συνόλου της οικονομίας και της σχετικής με αυτή πολιτικής.