ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Ο ΜΙΣΘΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

Στις εργασιακές σχέσεις ισχύει ο κανόνας ότι η καταβολή μισθού προϋποθέτει την παροχή εργασίας,

υπάρχει δηλαδή μια στενή ανταλλακτική σχέση. Τον κανόνα αυτό, θεμελιώνει το άρθρο 648 ΑΚ που προβλέπει αφενός την υποχρέωση του μισθωτού για παροχή εργασίας, αφετέρου την υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Εξαίρεση, ωστόσο, εισάγεται με διάταξη του άρθρου 657 ΑΚ, το οποίο μεταξύ άλλων προβλέπει, τη διατήρηση της αξίωσης του μισθωτού για μισθό, σε περίπτωση αποχής του από την εργασία οφειλόμενη σε σπουδαίο ανυπαίτιο λόγο και με την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί πραγματικά η εργασία για περισσότερες από δέκα ημέρες. Τέτοιον σπουδαίο λόγο συνιστά κατεξοχήν η ασθένεια του μισθωτού.

Πιο συγκεκριμένα, η ασθένεια του μισθωτού αποτελεί δικαιολογημένο κώλυμα αποχής του από την εργασία,

χωρίς όμως να συντρέχει κίνδυνος να θεωρηθεί ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του μισθωτού, ήτοι ως οικειοθελής αποχώρηση. Ο Ν. 2112/1920 στο άρθρο 5 παρ. 3 ορίζει ότι αποχή υπαλλήλου από την εργασία, οφειλόμενη σε βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένεια, προσηκόντως αποδεδειγμένη, δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους αυτού. Επομένως, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να αποδεχτεί την εργασία του μισθωτού μετά την επάνοδό του από την ασθένεια. Τυχόν υπαιτιότητα του μισθωτού στην ασθένεια είναι μεν αδιάφορη για την ανωτέρω προστασία, έχει δε σημασία για την καταβολή του μισθού του.

Σημειωτέο ότι, ως βραχείας διάρκειας ασθένεια νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930,

η ασθένεια που διαρκεί ένα (1) μήνα για υπαλλήλους που υπηρετούν μέχρι τέσσερα (4) έτη, τρείς (3) μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν περισσότερο από τέσσερα (4) και μέχρι δέκα (10) έτη, τέσσερις (4) μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν περισσότερο από δέκα (10) έτη, έξι (6) μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν περισσότερο από δεκαπέντε (15) έτη. Μάλιστα, τα παραπάνω χρονικά όρια απουσίας από την εργασία, ισχύουν για όλους τους μισθωτούς εν γένει, δηλαδή τόσο για τους υπαλλήλους όσο και για τους εργατοτεχνίτες. Έχει γίνει δε δεκτό από τη νομολογία, ότι ακόμα κι αν ο μισθωτός απουσιάζει από την εργασία του λόγω ασθένειας για χρόνο πέρα από τα προαναφερόμενα όρια του νόμου, δεν επέρχεται λύση της σύμβασης εργασίας από την τεκμαιρόμενη οικειοθελή αποχώρησή του. Σε κάθε περίπτωση, είναι ζήτημα κρίσης του δικαστηρίου, αν η αποχή από την εργασία λόγω ασθένειας επέφερε ή όχι τη λύση της σύμβασης εργασίας.

Ο νόμος, με την έννοια της προσηκόντως αποδεδειγμένης βραχείας διάρκειας ασθένεια,

δεν καθορίζει περιοριστικά τους τρόπους απόδειξής της, αλλά δίνει τη δυνατότητα στο μισθωτό να ειδοποιήσει τον εργοδότη του με κάθε αρμόδιο και κατάλληλο μέσο. Ο μισθωτός φέρει το βάρος απόδειξης της ασθένειάς του, προσκομίζοντας τα σχετικά δικαιολογητικά όπως π.χ. πιστοποιητικό ιατρού, βεβαίωση του οικείου Ασφαλιστικού φορέα, έγγραφα κλπ. Για την απόδειξη της ασθενείας, τα ιατρικά πιστοποιητικά έχουν το ίδιο κύρος και νομική ισχύ, ανεξαρτήτως από το αν εκδίδονται από ιατρούς ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ ή ιδιώτες ιατρούς. Περαιτέρω, μολονότι δεν τάσσεται από το νόμο χρονικός περιορισμός γνωστοποίησης της ασθένειας, ο μισθωτός οφείλει να γνωστοποιεί εγκαίρως (εντός εύλογου χρόνου) τον εργοδότη για την ασθένειά του κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Αναφορικά με τα χρονικά όρια, εντός των οποίων διατηρείται η αξίωση μισθού σε περίπτωση ασθένειας,

από το άρθρο 658 ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτός που έχει συμπληρώσει ένα (1) έτος εργασίας (έτος εργασιακό κι όχι ημερολογιακό) στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται να λάβει το μισθό του για ένα (1) μήνα, ενώ ο μισθωτός που εργάζεται λιγότερο από ένα έτος αλλά περισσότερο από δέκα (10) μέρες στον ίδιο εργοδότη, έχει δικαίωμα λήψης του μισθού του για μισό (1/2) μήνα. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή, ο μισθωτός θα λάβει τόσα ημερομίσθια όσες οι εργάσιμες ημέρες του μηνός ή του 15θημέρου εντός των οποίων συμπίπτει η ασθένεια. Η αξίωση αυτή διατηρείται, ακόμα κι αν ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας επειδή το κώλυμα (εν προκειμένω η ασθένεια) του παρείχε το δικαίωμα καταγγελίας.

Πιο αναλυτικά, ο μισθωτός που λόγω ασθένειας κωλύεται να εργαστεί,

δικαιούται να λάβει τόσα ημερομίσθια όσα θα ελάμβανε αν παρείχε πραγματικά την εργασία του, ήτοι μόνο για τις εργάσιμες ημέρες (χωρίς να συνυπολογίζονται οι Κυριακές και οι αργίες). Συνεπώς, όσοι ασθενούντες μισθωτοί αμείβονται με ημερομίσθιο δικαιούνται είκοσι έξι (26) ή δεκατρία (13) ημερομίσθια, ενώ για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, υπάρχει δικαίωμα λήψης ολόκληρου ή μισού μηνιαίου μισθού. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, το ποσό της αμοιβής διαφέρει ανάλογα με τη συμπλήρωση ή μη ενός (1) έτους υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Ο μισθωτός που απασχολείται με διαλείπουσα (εκ περιτροπής) απασχόληση, δικαιούται όσα ημερομίσθια θα ελάμβανε αν εργαζόταν κατά το αντίστοιχο διάστημα.

Στις οφειλόμενες κατά την ασθένεια του μισθωτού τακτικές αποδοχές,

υπάγεται, όχι μόνο ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται στον μισθωτό ως τακτικό αντάλλαγμα της εργασίας του, ενώ η αμοιβή για νυχτερινή εργασία ή εργασία την Κυριακή συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές, μόνο αν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο μισθωτός θα απασχολούνταν τις Κυριακές ή νύχτες που περιλαμβάνονταν στο χρονικό διάστημα της ασθένειάς του. Από την έννοια των τακτικών αποδοχών εξαιρείται η αμοιβή για υπερωριακή εργασία. Παραίτηση από το μισθό δεν είναι δυνατή σε καμία περίπτωση, καθώς οι διατάξεις που τον προβλέπουν είναι αναγκαστικού χαρακτήρα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί, ότι το δικαίωμα στις αποδοχές ασθενείας μπορεί να ικανοποιηθεί

είτε με εφάπαξ καταβολή του μισθού, είτε τμηματικά για διάφορες ασθένειες, αλλά μόνο μέχρι τη συμπλήρωση των ορίων του νόμου. Επί περισσότερων ασθενειών του μισθωτού εντός του ίδιου έτους, ο τελευταίος δικαιούται να λάβει τα ημερομίσθια που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση ενός ή μισού μηνιαίου μισθού. Μετά τη συμπλήρωση των παραπάνω ορίων των αποδοχών ασθενείας, ο μισθωτός δεν έχει δικαίωμα να λάβει μισθό για τυχόν επόμενες ασθένειες που προκύψουν στο ίδιο έτος.

Εν συνεχεία, ο νόμος στην παρ.2 του άρθρου 657 ΑΚ, παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα

να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο κατά τα άρθρα 657 και 658 ΑΚ μισθό, τα ποσά που έλαβε ο μισθωτός δυνάμει υποχρεωτικής εκ του νόμου ασφάλισης εξαιτίας της ασθένειας (όπως είναι π.χ. η ασφάλιση στον ΕΦΚΑ). Όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία, για να προβεί ο εργοδότης στην έκπτωση των επιδομάτων ασθενείας, αρκεί να δικαιούται ο μισθωτός όπως λάβει αυτά σύμφωνα με το νόμο, χωρίς να απαιτείται και να τα έχει εισπράξει πραγματικά από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Γιατί διαφορετικά ενδέχεται να καθυστερεί σκόπιμα την είσπραξη του επιδόματος ασθένειας, μέχρι να εισπράξει πλήρη τον μισθό από τον εργοδότη του. Ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι ασφαλώς και βέβαια ο μισθωτός του δικαιούται να λάβει επίδομα ασθένειας, προσκομίζοντας απόφαση ή βεβαίωση του υπόχρεου Ασφαλιστικού Οργανισμού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 ΑΝ 178/1967,

εν περιπτώσει αποχής εκ της εργασίας του μισθωτού, λόγω ασθενείας, διά το από της αναγγελίας της ανικανότητος μέχρι της ενάρξεως της επιδοτήσεως εκ μέρους του Ι.Κ.Α. ή ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού χρονικόν διάστημα (1 έως 3 ημερών) ο εργοδότης υποχρεούται εις πληρωμήν μόνον του ημίσεως του ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού, αποκλειομένης της συμπληρώσεώς του εκ του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού.

Κατά την πάγια δικαστηριακή νομολογία, ο εργοδότης δικαιούται

να αφαιρέσει από τις αποδοχές που οφείλει στο μισθωτό για το διάστημα της ασθένειας του, ολόκληρο το επίδομα ασθένειας που καταβλήθηκε για το ίδιο χρονικό διάστημα από τον Ασφαλιστικό Οργανισμό. Δηλαδή τόσο εκείνο που αντιστοιχεί στις εργάσιμες ημέρες, όσο και εκείνο που αντιστοιχεί στις μη εργάσιμες ημέρες του διαστήματος αυτού.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:

σε περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του λόγω ασθένειας για διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών (3) ημερών και για οσεσδήποτε φορές το χρόνο, δε δικαιούται να λάβει επίδομα ασθενείας από τον ασφαλιστικό του φορέα, αλλά ο εργοδότης βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου μισθού μέχρι να συμπληρωθεί ο μήνας ή ο μισός μήνας, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας του μισθωτού. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ασθένεια έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών (3) ημερών, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση καταβολής του μισού (1/2) του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού για τις πρώτες τρείς (3) ημέρες, καθώς ο χρόνος αυτός λογίζεται ως χρόνος αναμονής από τον ασφαλιστικό οργανισμό (ΕΦΚΑ), κι έτσι το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται από την τέταρτη (4η) ημέρα που αναγγέλλεται η ανικανότητα προς εργασία στον ασφαλιστικό οργανισμό. Για τις υπόλοιπες μέρες πλέον του 3ημέρου, ο εργοδότης θα οφείλει μόνο τη διαφορά μεταξύ του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού και του επιδόματος που καταβάλλεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό. Ο παραπάνω χρόνος αναμονής δε, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, υπολογίζεται μόνο μία φορά σε κάθε έτος. Έτσι λοιπόν, αν ο μισθωτός απουσιάζει για δεύτερη ή τρίτη φορά από την εργασία του λόγω ασθένειας, και εφόσον η απουσία του υπερβεί τις τρείς (3) εργασιακές ημέρες, θα έχει δικαίωμα λήψης του επιδόματος από τον ασφαλιστικό οργανισμό από την πρώτη κιόλας ημέρα ασθένειας, χωρίς δηλαδή να υπολογιστεί ο 3ήμερος χρόνος αναμονής.